ὑπερακρίζω


ὑπερακρίζω
ὑπερ-ακρίζω, übersteigen; intrans., über etwas hervorragen, an Höhe übertreffen

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ὑπερακρίζω — mount and climb over pres subj act 1st sg ὑπερακρίζω mount and climb over pres ind act 1st sg ὑπερακρίζω mount and climb over pres subj act 1st sg ὑπερακρίζω mount and climb over pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υπερακρίζω — Α υπερβαίνω, υπερπηδώ («τειχία ὑπερακρίζειν», Ξεν.) 2. προεξέχω, ξεπερνώ στο ύψος («ἢ τῶνδε δόμων ὑπερακρίζει», Ευρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ * + ακρίζω (< ἄκρη). Το ρ. απαντά κυρίως σύνθ. και σπανίως ως απλό] …   Dictionary of Greek

  • ὑπερακρίζει — ὑπερακρίζω mount and climb over pres ind mp 2nd sg ὑπερακρίζω mount and climb over pres ind act 3rd sg ὑπερακρίζω mount and climb over pres ind mp 2nd sg ὑπερακρίζω mount and climb over pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερακρίσαι — ὑπερακρίζω mount and climb over aor inf act ὑπερακρίσαῑ , ὑπερακρίζω mount and climb over aor opt act 3rd sg ὑπερακρίζω mount and climb over aor inf act ὑπερακρίσαῑ , ὑπερακρίζω mount and climb over aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερακρίζειν — ὑπερακρίζω mount and climb over pres inf act (attic epic) ὑπερακρίζω mount and climb over pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερήκριζον — ὑπερακρίζω mount and climb over imperf ind act 3rd pl (attic epic ionic) ὑπερακρίζω mount and climb over imperf ind act 1st sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερήκρισας — ὑπερακρίζω mount and climb over aor ind act 2nd sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερήκρισεν — ὑπερακρίζω mount and climb over aor ind act 3rd sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακρίζω — (Α ἀκρίζω) νεοελλ. 1. οδηγώ σε μιαν άκρη, απομονώνω κάποιον 2. αποσύρομαι σε μιαν άκρη, παραμερίζω 3. (για πλεούμενο) πλευρίζω μσν. 1. τρώω τις άκρες 2. κόβω την άκρη αρχ. βαδίζω στις μύτες τών ποδιών. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἄκρος. ΠΑΡ. αρχ. ἄκρισμα. ΣΥΝΘ …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.